Πάνω στο χνάρι σου
ο δρόμος που έχει ανοιχτεί
αδιέξοδο κλειστό
αδιάβατο σε βήματα και σκέψεις…
κάτι ζητιάνες λέξεις
απλώνουν χέρι
σε υποσχεμένες διαδρομές
και ελεήμονες αυτές
πετούν κίτρινα κέρματα - σιωπές
από το ανεπίστρεπτο του χθες
που όσα κι αν μαζέψεις
σβησμένες έχουν τις μορφές
απ’ το «κορώνα γράμματα»
που πάντα παίζουν τις ζωές
οι λέξεις με τις έξεις…
ΒΡΕΙΤΕ ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΟΥ ΚΙ ΕΔΩ
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
"κορώνα γράμματα"...
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
Η κακή ρίζα του καλού γκρεμού!
μια μέρα και μου είπε
"κάτω απ’ το βράχο σου άφησα
μια ρίζα να πιαστείς
σαν ζαλιστείς και πέσεις"…
μα εγώ που δεν θα πίστευα
γκρεμό πονετικό
έσκυψα και ξερίζωσα
ό,τι ήταν να πιαστώ…
Έσκαψα και το φύτεψα
λίγο πιο κει απ’ το βράχο
και είχα περιέργεια
το δέντρο του να δω…
Την περασμένη άνοιξη
πέταξε ένα βλαστό
το καλοκαίρι άνθισε
και γέμισε καρπό
φθινόπωρο κιτρίνισε
σάπισε τον χειμώνα.
Μα η ρίζα του μεγάλωσε
κι έφτασε στον γκρεμό
δεν κρέμεται όμως έξω
μόνο κοιτάει αν πέσω
να δει που θα πιαστώ…
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008
της θύμησης μέθη...
Της θύμησης πέλαγο εσύ
που ακούς το βυθό και σωπαίνεις
που ρωτάς του Οδυσσέα το νησί
τι είναι νόστος και τι όταν πηγαίνεις
ποια σχεδία βυθού να ανεβώ
στα βαθιά της ψυχής να σε βρω;
Σε ποια ακτή περιμένεις;
Και ποιο κοχύλι ανοίγεις και βγαίνεις
απ’ τη μνήμη μου μέθη;
Κι από εκεί που έπλεε μόνο το "ζω"
πως στα δίχτυα σου πάλι ευρέθη;
και σπαρταράτε στη μνήμη κι οι δυό;
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008
αυτό που κόβει πιο βαθιά
Κόβεις και κόβεσαι ζωή
μα απ’ όλα τα μαχαίρια σου
αυτό που κόβει πιο βαθιά
είναι αυτό που χώνουν χίλια χέρια σου
να καθαρίσει την πληγή
από οράματα παλιά
μα κόβει γη και ουρανό
και πέφτουνε αιμόφυρτα αστέρια
και σβήνουνε σαν δειλινά
κάτι λιωμένα αγιοκέρια.
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008
μετα...κλήσεις...
Δεν θέλει φως ο παρακάτω δρόμος
τα γνώρισα τα ίχνη τα ορατά
που αφήνει πάνω μας ο χρόνος
τώρα γυρεύω που πατούσαν να εξηγήσω
τα ίχνη τα άλλα τα σβηστά
εκεί που αδίστακτα ένας νόμος
ότι περνά το σταματά
και σε ότι λέει «θα γυρίσω»
του αφήνει κλήσεις στη σειρά
που γράφουν πάνω «θα στα σβήσω».
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008
ελευ...θερια
πότε κλαίγοντας για κείνα που ξεχνάμε
πότε λησμονώντας για τι ακριβώς κλάψαμε
γυμνοί από λόγια που δεν θα ξαναπούμε
ήσυχοι πάμε, πράοι
κι ανυποψίαστα ά λ λ ο ι ....
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008
τίνος "εμού" ήταν το "είμαι";
Τίνος ήταν λοιπόν
το «εμού» και το «είμαι»;
και ποιος όριζε πως δεν θα είμαι παρών
όταν στου άλλου το «ενθάδε» θα κείμαι;
τίνος ήταν το πεινασμένο «εμού»
που με το «είμαι» κρατούσα
και στα χείλη του εαυτού μου γκρεμού
την ζωή μου οδηγούσα;
τίνος ήταν που ήθελα πάντα να ζω
σε έναν κόσμο που όσο πιο πολύ τον ζητούσα
τόσο έσπαγε σε κομμάτια από κάτι πεζό
και σε άλλα που ποτέ δεν θωρούσα;
και γι’ αυτό που θυσιάζοντας πάντοτε ζούσα
τίνος ήταν ο άθλιος εκείνος βωμός
που όποιου απ’ τα δυο τη στάχτη κρατούσα
με έπνιγε πάντα του άλλου ο καπνός;
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008
η ανθρώπινη φύση σε κρίση...
Ένα φάντασμα πλανιέται στη γη
σαν ζωή που έχει σαπίσει
σαν πλανήτης πληγή
με την ανθρώπινη φύση σε κρίση.
Και γυρνά σαν παλιά απειλή
που δεν έχει ακόμα τελειώσει
μια παλιά της ψυχής οφειλή
γι αυτά που για αργύρια είχε δώσει
κι έχουν από τότε χαθεί:
αυτά που ούτε τότε είχε νοιώσει
μα ούτε κι έχει γι αυτά πληρωθεί.
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008
με δυο άσπονδα «ως εδώ» συνεπιβάτες…
Δεν μίλησες,
Αλήθεια γιατί ποτέ δεν μιλούσες;
Θυμάσαι εκείνη τη μεγάλη στροφή του δρόμου με τα πανύψηλα δέντρα που σου είχα πει «έτσι νιώθω την ψυχή μου, σαν έναν ίλιγγο μεγάλης στροφής την ώρα που θροϊζουνε χιλιάδες φύλλα αφήνοντας τρεμάμενες ηλιαχτίδες μέσα μου…»;
Για μια στιγμή νόμισα πως γέλασες. Μα έκανα λάθος.
Εσύ ποτέ δε γελούσες.
Αλήθεια γιατί ποτέ δεν γελούσες;
Θυμάσαι το σούρουπο που ένιωσα εκείνον το παράξενο φόβο πως καθώς όλα σκοτεινιάζουν γύρω μας μπορεί να συμβεί το αναπάντεχο κι έκλαψα απαρηγόρητος γιατί ένας τοίχος μας έκρυβε τη δύση;
Εσύ ούτε καν που ρίγησες..
Αλήθεια εσύ γιατί ποτέ δεν ριγούσες;
Μα πάλι λέω καλύτερα που φτάσαμε ως εδώ χωρίς να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα, άγνωστοι άσπονδοι συνεπιβάτες, κρυψίνοες κι οι δυό, νωρίτερα μην ακουστεί εκείνη η καλά κρυμμένη φράση που χρόνια τώρα κουβαλάς σαν τρίτο επιβάτη στο μυαλό σου :
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008
βρέχει δεν βρέχει πάντα ίδια εκείνη η ώρα,,,,
Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σταματημένο ρολόι φορά
σε όσα τον κάνουν να αντέχει
για όσα του κλέβει στη ζωή η φθορά
διαλέγει τις ώρες που θέλει να έχει
και κρατάει τους δείκτες σταθερά
σε κάτι που κανείς δεν κατέχει
γιατί περνά απ’ τη ζωή μια φορά.
Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σαν ρολόι στο χέρι φορά
εκείνο που πάντοτε βρέχει δε βρέχει
του λέει την ώρα με μια ζωή διαφορά.
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008
βρες μου έναν λόγο...
«βρες μου μόνο έναν λόγο να μη μιλώ με σιωπές
να μη γκρεμίζω σαθρές προσευχές
να μην ακούω την θεσπέσια ηχώ από αυτά που δε λέω
να μη πενθώ για όσα πια δεν μιλώ μα τα κλαίω
βρες μου έναν λόγο
άηχα ίχνη να μην αφήνω γυμνά στη βροχή
βρες μου έναν λόγο
στων λέξεων το τέλος να δένω κι άλλου τέλους αρχή
βρες μου έναν λόγο
να μιλώ για όσα δεν έχουν ακόμα χαθεί
όταν με κλωστές σιωπηλές έχουν στο «ακόμα» δεθεί
βρες μου έναν λόγο
να ψάχνω για τον ανύπαρκτο λόγο
πως έστω και ένας με όσα έχει πει στη ζωή
έχει ξανά γεννηθεί
ή έχει ποτέ αναστηθεί».
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008
σε άπταιστη σιωπή...
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008
εγχειρίδιο ανατομίας αβύσσου...
Ανατομία ψυχών ποτέ δεν διδάσκεται
όμως η μέσα όραση σου
σαν ανατόμος κάποτε την άβυσσο βαθιά παρατηρεί:
νάτο του πόθου το σώμα εκεί
στου πεπρωμένου τη λεκάνη τη στενή έχει κολλήσει
γι αυτό και ότι λαχταρούσαμε πολύ
αργούσε τόσο να κινήσει…
Να και οι οφθαλμοί του εμβρύου ψυχή
εκ γενετής τυφλοί για ό,τι έχει χαθεί
πάντα στραμμένοι στη μεριά του παραδείσου
και στους κανθούς εκείνο το υγρό που τρέχει
κρουνός πελάγου που δεν λέει να γεμίσει…
Του θηλασμού τα χείλη νάτα εκεί
σε ονείρου ρόγα το αδύνατον βυζαίνουν δυνατά
και ρεύονται πότε λιγάκι ουρανό
και πότε κάτι απ’ τη ζωή σου
κοίτα, εκείνος ο μαστός ακόμα εκκρίνει
γάλα που χύνεται σε άλλη άβυσσο εντός
και μεγαλώνει η δίδυμη η άβυσσος - γκρεμός μες στην ψυχή σου…
Βλέπεις φτερών σκιά εκεί στα σκοτεινά;
είναι του αγγέλου που ήτανε να γεννηθεί μαζί σου
μα είναι καιρός που πια οι άγγελοι γεννιούνται χωριστά
και αφήνουν μόνο μια σκιά φτερών μες στη ζωή σου
φτεροκοπούν μα δεν σε παίρνουν μακριά
αφού η άβυσσος
παντού απλώνει σα φτερούγα την ψυχή σου
κι όπου κι αν πας φτεροκοπάει μαζί σου…
Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008
ποιος μάζεψε τη θάλασσα;..

Ποια πόρτα πέρασε η ψυχή και σε ποιο δρόμο βγήκε
- ανήλιαγο κι αφώτιστο - σε ποια σκοτάδια μπήκε;
ούτε να δει μπορεί ούτε από κει να βγει
ότι ακούει το θαρρεί πληγή και φεύγει μακριά.
Ποιος μάζεψε τη θάλασσα, την άμμο την υγρή
την αύρα και τα κύματα, την τόση αστροφεγγιά;
Κατά που πέφτει ο γιαλός κι η βάρκα που ‘χα δει
και πως εκείνα τα φτερά μού γίνανε δεσμά;
Πως έσβησαν στα μάτια μου τα φωτισμένα ύψη
και ποια ομίχλη έγινε μέσα μου παγωνιά;
ο άνεμος γιατί χτυπά το σώμα μου σαν τύψη
η αλυσίδα πάνω μου γιατί είναι έτσι βαριά;
Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008
στου δειλινού την άγια πύλη...
Ποιοί άγγελοι πετούσανε πριν πέσει η νυχτιά
που είπες « νοιώθεις μιαν αύρα από φτερά;»
και κλείνοντας τα μάτια συνέχισες ψιθυριστά
«δυο χερουβείμ σταθήκανε στο δειλινό φρουρά»…
του δειλινού που μέσα του πετούσανε πουλιά
που βγαίναν απ’ το σούρουπο σαν από άγια πύλη.
Κι είχες στο πρόσωπο δυο φλογισμένα χείλη
σαν μόλις να μετάλαβαν κάποιου θεού φιλιά…
κι ύστερα είπες: « στα φύλλα άκου πως γλιστρά
για λίγο νότισμα η ζωή μες στη δροσιά»
και στρέφοντας στης πόλης τη μεριά
είπες: « κοίτα ο χρόνος πως κυλά
εκεί που οι άγγελοι έχουν φύγει…
κοίτα πως τρέμουν τα πουλιά
εκεί που γίνεται η ζωή μας λίγη
κοίτα πως φτιάχνουν τη φωλιά
για να φωλιάσουν μέσα της τα ρίγη.»
έτσι μου είπες κι άγιασες με τα γλυκά σου χείλη
όσα περάσαν μέσα μου λίγο πριν κλείσει η πύλη
του δειλινού που άφηνε απ’ έξω τα πανιά
για να διψούν τον άνεμο μες στην απανεμιά.
Σάββατο 30 Αυγούστου 2008
Μια φλογέρα στου ονείρου το στόμα...
Μια φλογέρα στου ονείρου το στόμα
την ακούς; παίζει μόνο για σένα
λέει όσα δεν είπε σε κανέναν ακόμα
την ακούς; η πνοή της, πνοή από μένα
μες στις λέξεις κυλάει το ψέμα
μα αρκεί ένα σου βλέμμα
την αλήθεια να δω
και καθώς στάζει στο αίμα
είσαι εσύ της σιωπής μου το θέμα
στην ψυχή, στο μυαλό.
Η σιωπή μου στα στήθια
λέει πάντα αλήθεια
κάθε λέξη την παίρνει η συνήθεια
κάθε γράμμα ένα γράμμα κενό
στα λόγια γλυκά παραμύθια…
μες στη σιωπή σε αγγίζω και ζω
έχω το σύμπαν στα στήθια
και όλον τον κόσμο εδώ.
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008
άφησε την αγάπη να οδηγήσει...
άφησε την αγάπη να λυγίσει
μπροστά απ’ την πανσέληνο ένα κλαράκι ελιά
στεφάνι από το όνειρο να πλέξει και να αφήσει
να φέγγει το στεφάνωμα στα μαύρα σου μαλλιά
άφησε την αγάπη να μιλήσει
θέλω να ακούσω να μιλά για σένα η βραδιά
και να σου πει πόσο πολύ έχει η χαρά αργήσει
ολόγιομη πανσέληνος να φέξει στην καρδιά,,,
άφησε την αγάπη να ορίσει
του Ποσειδώνα ποιό άλογο θα φέρει το φεγγάρι
ποιο κύμα από τη θάλασσα η νύχτα θα στολίσει
νεράιδα φεγγαρόλουστη να ‘ρθει και να σε πάρει
άφησε την αγάπη να οδηγήσει
να ‘ξερες πόσο δίψασα για τούτο το φεγγάρι
τις νύχτες που ξανάπλαθα απ’ την αρχή τη ζήση
είχα βαθιά μου τη χαρά πως θα 'ρθει να μας πάρει
Κυριακή 10 Αυγούστου 2008
εμού του ιδίου...
Είμαι ο έσχατος μου εαυτός
και ο τελευταίος πρόγονος μου…
μιλώ σαν στον πατέρα του ένας γιός
κι ακούω σαν επίγονός μου...
Έζησα μέσα στον άλλον ξενιστής
ασφυκτιώντας μες στα κύτταρά του
«όχι από κει, θα γκρεμιστείς»
μου ψιθυρίζαν τα έγκατά του
μα εγώ κωπηλατώντας αίμα
βαθιά μέσα στο «όχι» μπήκα
και σκίζοντας της άρνησης το δέρμα
ένα άλλο "εντός μου" βρήκα…
Τώρα έχω δυο χέρια ματωμένα
αγγίζω αλλότρια
ψαύω χαμένα
ζω με τα κύτταρα τα ξένα
και τα σκορπάω ένα προς ένα
γυρίζοντας στα ¨’όχι» τους την πλάτη
γυρεύοντας στα έγκατα τον άλλον κωπηλάτη
που θα με ανοίξει πιο βαθιά
με μιαν αλήθεια από λεπίδι για καρένα…








