Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

η παρτίδα

Η παρτίδα τέλειωνε στη σκακιέρα προτού καλά καλά αρχίσει. Ετσι μπροστά στα μάτια μου δυό πιόνια αρχοντικά , τα μόνα όρθια ακόμα, έρμα , μοναχά, αντικριστά στο άσπρο και στο μαύρο. Εκείνος με το λευκό βασιλικό χιτώνα μίλησε πρώτος:

" Δε ξέρω μήτε το βασίλειο μήτε το όνομα σου. Ούτε το πρόσωπο σου βλέπω.
Μόνο τα φλογισμένα σου μάτια , αρχοντικά μεγάλα διακρίνω πίσω απόλους τούτους τους καπνούς.
Γρήγορη μάχη, φονική. Τι λες κι εσύ;
Ούτε να διατάξω δεν πρόλαβα, καν ένα στρατιώτη.
Ολα άρχισαν και τέλειωσαν έτσι ξαφνικά.
Τελευταία ο στρατός μου επιτίθεται αυτόματα.
Ανοίγει πυρ πριν από το σύνθημα μου.
Δεν μπορώ να συγκρατήσω ούτε τους μόνιμους, ούτε τους κληρωτούς.
Αυτομολούνται και χτυπάνε πρώτοι.
Ο μόνος κανόνας του πολέμου που εξακολουθούν να τηρούν είναι ότι χτυπάνε πρώτοι σα λευκοί. Σε όλα τάλλα είναι λάθος. Ενας στρατός ευέξαπτος και νευρικός. Ενας στρατός φονιάς. Ανυπάκουος.
Αυτός είναι ο στρατός μου τελευταία.
Επιτίθενται όλοι μαζί δίχως λόγο.
Σκοτώνονται και σκοτώνουν έτσι γιά μικροπράγματα. Γιά ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι , γιά μιά αμφιλεγόμενη ζαριά, γιά μιά κακή ματιά.
Δεν μου αφήνουν κανένα περιθώριο χειρισμού. Καμιά τακτική, ανακωχή, συμβιβασμό.
Το πεζικό, οι έφιπποι εκατόνταρχοι, οι δούλοι. Κανείς δεν περιμένει. Κανείς δεν υπακούει.
Ολα αρχίζουν έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα.
Οι τυμπανιστές λες και παίρνουν ένα μυστικό μήνυμα από τα αντίπαλα στήφη, συνενοούνται με τα μάτια και αίφνης τυμπανίζουν όλοι μαζί εκκωφαντικά. Ο σαλπιγκτής σαλπίζει δίχως διαταγή και η σφαγή αρχίζει.
Σκοτώνουν και σκοτώνονται έτσι χωρίς διαταγή. Χωρίς στρατηγική. Σα να μην είναι σκοπός η νίκη αλλά ο θάνατος. Σκοτώνουν βιαστικά.
Και οι πύργοι μου το ίδιο. Εκπυρσοκροτούν με όλες τις μπομπάρδες τους μαζί κι ανατινάζονται.
Οι τρελοί πετούν μολότοφ στις εχθρικές στρατιές, ύστερα πέφτουν μέσα στις φωτιές και αυτοπυρπολούνται κουδουνίζοντας με δύναμη τα καμπανάκια στα σκουφιά τους.
Τα μάτια τους μες στη φωτιά είναι κατακόκκινα κι αφηνιασμένα. Θαρρείς πως είναι αληθινοί τρελοί.
Η Βασίλισσα ακολουθεί σαν υπνωτισμένη.
Ολα χάνονται με μιάς. Μιά χλαλοή όλη κι όλη.
Ετσι δίχως σχέδιο. Δίχως τακτική. Σαν από μιά μανία καταστροφής και αυτοκαταστροφής μαζί. Ποιός ξέρει;
Μιά τρέλα μου θερίζει το στρατό. Ναι μιά επιδημία τρέλας, ανεξήγητη, μου αφανίζει ένα στρατό, υπάκουο παλιά, έμπειρο και καλό πολεμιστή.
Κάθε βράδυ πριν από κάθε μάχη μιά σιωπηλή συνωμοσία εξυφαίνεται στο βασίλειο μου.
Η Βασίλισσα σηκώνεται νύχτα και φεύγει από το κρεβάτι.
Αρνείται το κορμί μου. Τον έρωτα μου. Κατεβαίνει τις σκάλες ξεμαλιασμένη και ξυπόλητη, δίχως κορώνα, άβαφη σα δούλα. Μπαίνει στους στάβλους και διώχνει τα άλογα. Ανεβαίνει στις πολιορκητικές μηχανές και ξεσυγχρονίζει τους μηχανισμούς τους. Ανάβει στη μέση της πλατείας μεγάλη πυρά, έρχονται οι ιππότες και ρίχνουν μέσα τις πανοπλίες, τις περικεφαλαίες, τις λιώνουν.
Φοράνε ευτελή ρούχα, καθημερινά. Τα πόδια τους χωρίς μεταλλικές περικνημίδες, γυμνά. Μα το Θεό είναι πολύ αστείοι έτσι. Με αθλητικά παπούτσια και μάλλινα σκουφιά.
Υστερα καβαλάνε ξεσέλωτα τα άλογα. Ανοίγουν τις πύλες και χάνονται έφιπποι όλη τη νύχτα.
Το πεζικό ανεβαίνει στις πολεμίστρες. Ενας ένας δένουν μακριά σκοινιά και κατεβαίνουν τα τείχη άοπλοι. Τα παγούρια τους βαριά κρεμασμένα στη μέση τους. Σίγουρα έχουν κρασί εκεί μέσα.
Τα βλέπω όλα από το βορινό παράθυρο.
Εψές θαρώ κρυολόγησα όλη νύχτα έτσι ξαγρυπνώντας. Χειμώνιασε βλέπεις, Μα αυτοί δεν βάζουνε μυαλό.
Αψηφούν το κρύο, τη βροχή, το χιόνι.
Συνεχίζουν τα ίδια και τα ίδια κάθε βράδυ.
Με αφήνουν έτσι έρμο.
Σε ένα παλάτι παγωμένο. Ούτε ένας δούλος δε μενει γιά να ρίξει ένα κούτσουρο στη φωτιά. Ούτε ένας σαλτιμπάγκος γιά ένα αστείο.
Οι πραιτωριανοί χειρότεροι προδότες από τους δούλους, αυτήνοι φεύγουν απ΄τους πρώτους.
Ετσι μένω τα βράδια. Δίχως στρατό. Δίχως σκλάβους. Δίχως λαό. Δίχως Βασίλισσα.
Με συγχωρείς γιά τούτη την ανόητη σφαγή.
Οι λευκοί αρχίσανε το μακελειό, οι λευκοί. Το είδες και το είδα.
Αχρηστη παρτίδα. Χωρίς κανόνες φονικής. Δίχως σχέδιο. Δίχως λογική.
Ντρέπομαι, ξένε Βασιλιά γιά όλο τούτο το μπουλούκι με τα στουπιά και τη βενζίνη. Ντρέπομαι γιά τον ανορθόδοξο πόλεμο.
Είναι ένας όχλος που καταστρέφει όλη τη γοητεία του πολέμου.
Η Βασίλισσα μιά ξεδιάντροπη Ελένη. Μία βρώμα σε όλα ανακατεμένη. Δεν υπάρχει περιοδικό που να μην έχει τις πομπές της. Αυτή παρασέρνει τους άντρες σε ανυπακοή.
Εγώ τους στήνω έναν έναν προσεκτικά στη θέση τους κι εκείνοι με τιμωρούν με ήττα και καταστροφή. Σα να με εκδικούνται γιά κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω.
Περίεργοι καιροί. Περίεργος κόσμος. Αλλα ήθη.
Μία ύποπτη ειρήνη τα αρρωσταίνει όλα. Και τον πόλεμο ακόμα.
Στρατιώτες, Αξιωματικοί, Πολέμαρχοι, Βασίλισσα αρνούνται τον έντιμο θάνατο. Αρνούνται την έντιμη μάχη.
Αρνούνται το Βασιλιά τους.
Που θα πάμε έτσι;
Που οδηγείται πιά ο κόσμος όταν αποφασίζει έτσι από μόνος του πότε θα χτυπήσει, πότε θα ζήσει, πότε θα πεθάνει;
Ούτε μιά σωστή παρτίδα δεν μπορώ να στήσω.
Εχω πιά την πεποίθηση ότι μένουμε οι στρατηλάτες μόνοι μας πιά.
Εξω από τα πράγματα.
Σα να έχουμε να κάνουμε με μιά άλλη τάξη πραγμάτων. Ακρως επικίνδυνη γιά την λογική του κόσμου.
Σα να αρχίζει μιά άλλη εποχή.
Της αυτομόλησης και του κατ΄επιλογήν θανάτου. Χωρίς στοίχηση και εντολή.
Αλήθεια που πάμε μαύρε Βασιλιά;"

"- Μα δεν είμαι Βασιλιάς", μίλησε ο άλλος πίσω από τον καπνό.
"Αλλωστε εμείς από καιρό τώρα μόνο τρελούς έχουμε ."
Εβγαλε την μαύρη προσωπίδα του.
Κάτω από την περικεφαλαία το ολόμαυρο βελουδένιο του σκουφί.
Υστερα έβγαλε την πανοπλία του.
Εμεινε με το μαύρο ολόσωμο εσώρουχο του.
Πέταξε το σπαθί του και κοίταξε τον άσπρο άναυδο Βασιλιά βαθειά στα μάτια.
Υστερα πήδηξε μέσα σε μιά φωτιά που έκαιγε στο διπλανό τετράγωνο.
Καθώς καιγόταν κουδούνιζε δυνατά το σκουφί του.
Τα μάτια του μες στη φωτιά σπιθίριζαν πιό δυνατά από τις φλόγες. Δυό μάτια κατακόκκινα, αφηνιασμένα.
Το γέλιο του, γέλιο τρελού. "Εμείς άλλωστε μόνο τρελούς έχουμε άσπρε Βασιλιά." Ξανάπε.
" Μόνο τρελούς, μόνο τρελούς, μόνο τρελούς....."