Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

στου δειλινού την άγια πύλη...


Ποιοί άγγελοι πετούσανε πριν πέσει η νυχτιά
που είπες « νοιώθεις μιαν αύρα από φτερά;»
και κλείνοντας τα μάτια συνέχισες ψιθυριστά
«δυο χερουβείμ σταθήκανε στο δειλινό φρουρά»…
του δειλινού που μέσα του πετούσανε πουλιά
που βγαίναν απ’ το σούρουπο σαν από άγια πύλη.
Κι είχες στο πρόσωπο δυο φλογισμένα χείλη
σαν μόλις να μετάλαβαν κάποιου θεού φιλιά…

κι ύστερα είπες: « στα φύλλα άκου πως γλιστρά
για λίγο νότισμα η ζωή μες στη δροσιά»
και στρέφοντας στης πόλης τη μεριά
είπες: « κοίτα ο χρόνος πως κυλά
εκεί που οι άγγελοι έχουν φύγει…
κοίτα πως τρέμουν τα πουλιά
εκεί που γίνεται η ζωή μας λίγη
κοίτα πως φτιάχνουν τη φωλιά
για να φωλιάσουν μέσα της τα ρίγη.»

έτσι μου είπες κι άγιασες με τα γλυκά σου χείλη
όσα περάσαν μέσα μου λίγο πριν κλείσει η πύλη
του δειλινού που άφηνε απ’ έξω τα πανιά
για να διψούν τον άνεμο μες στην απανεμιά.