Οι δείχτες πηδούν απ’ την ώρα
στον άλλο τροχό την αιώρα
αγύρτες κι οι δυο
εμπόρων παιδιά
από σόι.
Μα το όνειρο πάει με τα πόδια
και νύχτα και μέρα
ποδήλατο θέλει η συμπόνια
στη γήινη σφαίρα.
Μα έξω καρδιά
κι ας με τρώει…
Ωραία η σέλα;
Καλό το ρολόι;
Κι αν σου έλεγα έλα;
Θα πετούσες το πρωινό κομπολόι;
Οξείας όρασης διπλό κορίτσι
όργανο του φωτισμένου σκότους
που όσοι σε νόμιζαν δικό τους
είχαν στο βλέμμα νέφη
και όσα βλέπανε για αστέρια
ήταν η αστροβολούσα μέθη
που έπιναν στα τέσσερα σου χέρια!