Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

έμαθα πως ήρθες...


Έμαθα πως ήρθες. Πότε; Πως; Από πού;
Εδώ είχε στήσει τις ξόβεργες
του «που είσαι;» η καρδιά μου
κι εκεί γύρω παντού
τον ευαίσθητο ανιχνευτή του «σε ψάχνω» ...
Μα πως;
Από πού πέρασες; Πως μπήκες;
Γιατί δεν δούλεψε το «σε ψάχνω»;
Ποιος πήρε τις ξόβεργες;
Και τι πιάστηκε μέσα;
Ποιος μου πήρε το παλιό μου το άδειο
κι άφησε φρέσκο κενό;
Ποιος σήκωσε τα βλέφαρα μου;
Και ποιος άφησε ίχνη στην αυλή του ονείρου πως ήρθες
από το πρώην άδειο ως το νυν το κενό μου;

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

παιανίζω φως!



Παιανίζω φως
το κορμί μου με καίει
του ουρανού ο ουρανός
όλα τα άστρα του πάνω μου ρέει
έχει χείλη φωτιά
κι έχει εμένα εντός
η φωνή που μου λέει
θα καείς
θα καώ
και μας καίει!

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

κουρσάρος ερχομός...


Είπα πως θα γινόμουνα
του ερχομού γιαλός
φωνή από κοχύλι
και όταν με πιάνει ο καημός
θα ξεμακραίνω γλάρος…
Μα ο γιαλός με βούλιαξε
μου έδεσε τα χείλη
και στα βαθιά μου έπνιξε
των δυο φτερών το θάρρος…
Τώρα είμαι μονάχα ένας βυθός
σπασμένος απ΄ το βάρος
ακίνητων λευκών φτερών
κι από καιρού εις καιρόν
τρέφεται στις χαράδρες μου
του κοχυλιού ο κουρσάρος!

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

φλογερός χαιρετισμός!


Χαίρε εσύ πυρόσβεση στην άσβεστη πληγή
χαίρε κι εσύ των πόθων μου μισοσβησμένη αυγή.
Χαίρε των συσπασμένων μου λοβών ίαμα συσκευής
χαίρε και υπογλώσσιο σκευάσμα προσταγής
χαίρε κι εσύ των βρόγχων μου αναπνοή του νόμου
χαίρετε δευτεροξάδερφα των λέξεων συγγενείς
χαίρετε σε όσους άρπαξαν την πένα τους επ’ ώμου
και σε όσους εκτροχιάστηκαν σε μια στροφή του δρόμου
χαίρε κι εσύ βαθύτερη του εντός μου διαστροφή
να είσαι μοιχός των πόνων σου στην ίδια σου ψυχή.
Χαίρετε απογεύματα χωρίς επιστροφή
των δεσποινίδων σκέψεων επίγειοι συνοδοί.
Χαίρετε «δεν» χαίρετε «μη»
χαίρετε αστυνόμοι!
Χαίρετε λύκοι άλυκοι και πρόβατων προβιές
χαίρετε και ασάλευτα ομοιώματα σκιών
χαίρετε γυμνοσάλιαγκες στις ράγες οκλαδόν
εκεί στην επερχόμενη οδύνη των στιγμών.
Χαίρετε βύθιοι εραστές λίγων εγκύων «πες»
χαίρετε οι «ως τα γόνατα» και «ως το πρηνής» γραφές.
Χαίρε ποιόν μου ύποπτο και γλώσσα μαλωμένη
χαίρε κι εσύ ενήλικε κι αγιάτρευτε καημέ
που άπλωσες τα χέρια σου σε βρέφος οικουμένη.
Χαίρε σε εσέ χαίρε σε εμέ
χαίρετε και στο φράχτη
που υψώνεται στο «λίγο» εμπρός
και βγάζει τόσο άχτι.
Χαίρετε και στου «ιερού» τα άβατα τα εντός
χαίρε καντηλανάφτη!

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

ενάντιος λόγος



είπα ορίζοντας
είπες εδώ
είπες σταγόνα
είπα κύμα
είπες μόνο αγγίζοντας
είπα όλος θα δωθώ
είπες με αγώνα
είπα τι κρίμα

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

εκεί είχαμε μείνει...


...βαμμένος μωβ ως μέσα
ο ρίψασπις θα επιστρέψω
αποσταγμένος θλίψη
άρτι αποσπασθείς απ΄τις ασπίδες
γυμνός ψυχή
γυμνός και από τις άλλες μου ελπίδες
ερωτευμένος τη διάτρητη απόσταση
απ΄εδώ ως το πάθος
κι εσύ όπως λες τρεμάμενη
μες στης στιγμής το βάθος
πιες μου την άπιωτη οδύνη
και κλείσε με τη θυσία μου
μ ε το πιο μωβ σου άγγιγμα ειρήνη!

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

τι απ' όλα ζει;


Από πού φυσάει άνεμος;
Και ποια είναι η κουπαστή
που όλο μου πάει τα λόγια
όπου είχα βυθιστεί;

Κι εκείνος ο απάνεμος
κόσμος που ‘χα κλειστεί
ποια κοίταξε ρολόγια
και λέει «και πάλι ζει»;

Το ράπισμα στο πρόσωπο
του ανέμου που χτυπά
ποιόν καπετάνιο απρόσωπο
βαθιά μου να ξυπνά;

Και του ονείρου το νησί
ποιον περιμένει πάλι
και στα νερά του τι να ζει
που κλαίει το ακρογιάλι;


Τα μάτια μου τα έσκισε
ο αέρας σαν πανιά
κι ότι βαθιά μου με έκλεισε
φυσάει μια καταχνιά!

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

πες μου πως γίνεται;


Πως γίνεται το χέρι σου να το κρατώ ακόμα
και δυο χείλη από μακριά να με φιλούν στο στόμα;
Πως γίνεται το αγίνωτο να μου γεννά ένα σώμα
που δεν αφήνει ούτε σκιά ούτε πατάει στο χώμα;
Πως γίνεται το κάλεσμα να είναι και ερχομός μου
να ξεκλειδώνεις το άπειρο με ένα κλαδάκι δυόσμου
και να ευωδιάζουν μέσα μου τα πέρατα ενός κόσμου
που ξεπερνούν τα σύνορα του ασύνορου εντός μου;

Πως αρμενίζω άνοιξη σε πέλαγα βαθιά
με ένα πανάκι όνειρο σε νύχτα θαλασσιά;

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

ηλιοβασιλέματος ανατολή



Οι δείχτες πηδούν απ’ την ώρα
στον άλλο τροχό την αιώρα
αγύρτες κι οι δυο
εμπόρων παιδιά
από σόι.
Μα το όνειρο πάει με τα πόδια
και νύχτα και μέρα
ποδήλατο θέλει η συμπόνια
στη γήινη σφαίρα.
Μα έξω καρδιά
κι ας με τρώει…
Ωραία η σέλα;
Καλό το ρολόι;
Κι αν σου έλεγα έλα;
Θα πετούσες το πρωινό κομπολόι;



Οξείας όρασης διπλό κορίτσι
όργανο του φωτισμένου σκότους
που όσοι σε νόμιζαν δικό τους
είχαν στο βλέμμα νέφη
και όσα βλέπανε για αστέρια
ήταν η αστροβολούσα μέθη
που έπιναν στα τέσσερα σου χέρια!