Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

της θύμησης μέθη...

Της θύμησης πέλαγο εσύ

που ακούς το βυθό και σωπαίνεις

που ρωτάς του Οδυσσέα το νησί

τι είναι νόστος και τι όταν πηγαίνεις

ποια σχεδία βυθού να ανεβώ

στα βαθιά της ψυχής να σε βρω;

Σε ποια ακτή περιμένεις;

Και ποιο κοχύλι ανοίγεις και βγαίνεις

απ’ τη μνήμη μου μέθη;

Κι από εκεί που έπλεε μόνο το "ζω"

πως στα δίχτυα σου πάλι ευρέθη;

και σπαρταράτε στη μνήμη κι οι δυό;

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

αυτό που κόβει πιο βαθιά

Κόβεις και κόβεσαι ζωή
μα απ’ όλα τα μαχαίρια σου
αυτό που κόβει πιο βαθιά
είναι αυτό που χώνουν χίλια χέρια σου
να καθαρίσει την πληγή
από οράματα παλιά
μα κόβει γη και ουρανό
και πέφτουνε αιμόφυρτα αστέρια
και σβήνουνε σαν δειλινά
κάτι λιωμένα αγιοκέρια.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

μετα...κλήσεις...

Δεν θέλει φως ο παρακάτω δρόμος
τα γνώρισα τα ίχνη τα ορατά
που αφήνει πάνω μας ο χρόνος
τώρα γυρεύω που πατούσαν να εξηγήσω
τα ίχνη τα άλλα τα σβηστά
εκεί που αδίστακτα ένας νόμος
ότι περνά το σταματά
και σε ότι λέει «θα γυρίσω»
του αφήνει κλήσεις στη σειρά
που γράφουν πάνω «θα στα σβήσω».

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ελευ...θερια

πότε κλαίγοντας για κείνα που ξεχνάμε

πότε λησμονώντας για τι ακριβώς κλάψαμε

γυμνοί από λόγια που δεν θα ξαναπούμε

ήσυχοι πάμε, πράοι

κι ανυποψίαστα ά λ λ ο ι ....

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

τίνος "εμού" ήταν το "είμαι";


Τίνος ήταν λοιπόν
το «εμού» και το «είμαι»;

και ποιος όριζε πως δεν θα είμαι παρών
όταν στου άλλου το «ενθάδε» θα κείμαι;
τίνος ήταν το πεινασμένο «εμού»
που με το «είμαι» κρατούσα
και στα χείλη του εαυτού μου γκρεμού
την ζωή μου οδηγούσα;
τίνος ήταν που ήθελα πάντα να ζω
σε έναν κόσμο που όσο πιο πολύ τον ζητούσα
τόσο έσπαγε σε κομμάτια από κάτι πεζό
και σε άλλα που ποτέ δεν θωρούσα;
και γι’ αυτό που θυσιάζοντας πάντοτε ζούσα
τίνος ήταν ο άθλιος εκείνος βωμός
που όποιου απ’ τα δυο τη στάχτη κρατούσα
με έπνιγε πάντα του άλλου ο καπνός;

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

η ανθρώπινη φύση σε κρίση...

Ένα φάντασμα πλανιέται στη γη
σαν ζωή που έχει σαπίσει
σαν πλανήτης πληγή
με την ανθρώπινη φύση σε κρίση.
Και γυρνά σαν παλιά απειλή
που δεν έχει ακόμα τελειώσει
μια παλιά της ψυχής οφειλή
γι αυτά που για αργύρια είχε δώσει
κι έχουν από τότε χαθεί:
αυτά που ούτε τότε είχε νοιώσει
μα ούτε κι έχει γι αυτά πληρωθεί.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

με δυο άσπονδα «ως εδώ» συνεπιβάτες…



«Κάποτε θα κουραστούμε να κουβαλάμε ό ένας τον άλλον»
σου είχα πει.
Δεν μίλησες,
Αλήθεια γιατί ποτέ δεν μιλούσες;
Θυμάσαι εκείνη τη μεγάλη στροφή του δρόμου με τα πανύψηλα δέντρα που σου είχα πει «έτσι νιώθω την ψυχή μου, σαν έναν ίλιγγο μεγάλης στροφής την ώρα που θροϊζουνε χιλιάδες φύλλα αφήνοντας τρεμάμενες ηλιαχτίδες μέσα μου…»;
Για μια στιγμή νόμισα πως γέλασες. Μα έκανα λάθος.
Εσύ ποτέ δε γελούσες.
Αλήθεια γιατί ποτέ δεν γελούσες;
Θυμάσαι το σούρουπο που ένιωσα εκείνον το παράξενο φόβο πως καθώς όλα σκοτεινιάζουν γύρω μας μπορεί να συμβεί το αναπάντεχο κι έκλαψα απαρηγόρητος γιατί ένας τοίχος μας έκρυβε τη δύση;
Εσύ ούτε καν που ρίγησες..
Αλήθεια εσύ γιατί ποτέ δεν ριγούσες;

Μα πάλι λέω καλύτερα που φτάσαμε ως εδώ χωρίς να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα, άγνωστοι άσπονδοι συνεπιβάτες, κρυψίνοες κι οι δυό, νωρίτερα μην ακουστεί εκείνη η καλά κρυμμένη φράση που χρόνια τώρα κουβαλάς σαν τρίτο επιβάτη στο μυαλό σου :
«ως εδώ»



Δε σε γνωρίζω
ποτέ δε σε γνώρισα
σε κουβάλησα όμως
και με κουβάλησες κι εσύ
κουράστηκες το ξέρω
κουράστηκα κι εγώ θάνατε
χωρίς απόκριση καμιά να σε ρωτώ
ποιο απ’ τα δυο κουβάλησε
το άλλο άσπονδο «ως εδώ»
στην αγκαλιά του;

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

βρέχει δεν βρέχει πάντα ίδια εκείνη η ώρα,,,,


Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σταματημένο ρολόι φορά
σε όσα τον κάνουν να αντέχει
για όσα του κλέβει στη ζωή η φθορά
διαλέγει τις ώρες που θέλει να έχει
και κρατάει τους δείκτες σταθερά
σε κάτι που κανείς δεν κατέχει
γιατί περνά απ’ τη ζωή μια φορά.

Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σαν ρολόι στο χέρι φορά
εκείνο που πάντοτε βρέχει δε βρέχει
του λέει την ώρα με μια ζωή διαφορά.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

βρες μου έναν λόγο...


Εξαιτίας ποιού λόγου τελευταία μου λες:
«βρες μου μόνο έναν λόγο να μη μιλώ με σιωπές
να μη γκρεμίζω σαθρές προσευχές
να μην ακούω την θεσπέσια ηχώ από αυτά που δε λέω
να μη πενθώ για όσα πια δεν μιλώ μα τα κλαίω
βρες μου έναν λόγο
άηχα ίχνη να μην αφήνω γυμνά στη βροχή
βρες μου έναν λόγο
στων λέξεων το τέλος να δένω κι άλλου τέλους αρχή
βρες μου έναν λόγο
να μιλώ για όσα δεν έχουν ακόμα χαθεί
όταν με κλωστές σιωπηλές έχουν στο «ακόμα» δεθεί
βρες μου έναν λόγο
να ψάχνω για τον ανύπαρκτο λόγο
πως έστω και ένας με όσα έχει πει στη ζωή
έχει ξανά γεννηθεί
ή έχει ποτέ αναστηθεί».

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

σε άπταιστη σιωπή...

σε άπταιστη σιωπή θα σου μιλήσω
για να ακουστεί μόνος αντίλαλος
το χάδι
το χάδι
το χάδι
το χάδι
το χάδι
το χάδι
το χάδι

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

εγχειρίδιο ανατομίας αβύσσου...

Ανατομία ψυχών ποτέ δεν διδάσκεται
όμως η μέσα όραση σου
σαν ανατόμος κάποτε την άβυσσο βαθιά παρατηρεί:
νάτο του πόθου το σώμα εκεί
στου πεπρωμένου τη λεκάνη τη στενή έχει κολλήσει
γι αυτό και ότι λαχταρούσαμε πολύ
αργούσε τόσο να κινήσει…
Να και οι οφθαλμοί του εμβρύου ψυχή
εκ γενετής τυφλοί για ό,τι έχει χαθεί
πάντα στραμμένοι στη μεριά του παραδείσου
και στους κανθούς εκείνο το υγρό που τρέχει
κρουνός πελάγου που δεν λέει να γεμίσει…
Του θηλασμού τα χείλη νάτα εκεί
σε ονείρου ρόγα το αδύνατον βυζαίνουν δυνατά
και ρεύονται πότε λιγάκι ουρανό
και πότε κάτι απ’ τη ζωή σου
κοίτα, εκείνος ο μαστός ακόμα εκκρίνει
γάλα που χύνεται σε άλλη άβυσσο εντός
και μεγαλώνει η δίδυμη η άβυσσος - γκρεμός μες στην ψυχή σου…
Βλέπεις φτερών σκιά εκεί στα σκοτεινά;
είναι του αγγέλου που ήτανε να γεννηθεί μαζί σου
μα είναι καιρός που πια οι άγγελοι γεννιούνται χωριστά
και αφήνουν μόνο μια σκιά φτερών μες στη ζωή σου
φτεροκοπούν μα δεν σε παίρνουν μακριά
αφού η άβυσσος
παντού απλώνει σα φτερούγα την ψυχή σου
κι όπου κι αν πας φτεροκοπάει μαζί σου…

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

ποιος μάζεψε τη θάλασσα;..






Ποια πόρτα πέρασε η ψυχή και σε ποιο δρόμο βγήκε
- ανήλιαγο κι αφώτιστο - σε ποια σκοτάδια μπήκε;
ούτε να δει μπορεί ούτε από κει να βγει
ότι ακούει το θαρρεί πληγή και φεύγει μακριά.
Ποιος μάζεψε τη θάλασσα, την άμμο την υγρή
την αύρα και τα κύματα, την τόση αστροφεγγιά;
Κατά που πέφτει ο γιαλός κι η βάρκα που ‘χα δει
και πως εκείνα τα φτερά μού γίνανε δεσμά;
Πως έσβησαν στα μάτια μου τα φωτισμένα ύψη
και ποια ομίχλη έγινε μέσα μου παγωνιά;
ο άνεμος γιατί χτυπά το σώμα μου σαν τύψη
η αλυσίδα πάνω μου γιατί είναι έτσι βαριά;

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

στου δειλινού την άγια πύλη...


Ποιοί άγγελοι πετούσανε πριν πέσει η νυχτιά
που είπες « νοιώθεις μιαν αύρα από φτερά;»
και κλείνοντας τα μάτια συνέχισες ψιθυριστά
«δυο χερουβείμ σταθήκανε στο δειλινό φρουρά»…
του δειλινού που μέσα του πετούσανε πουλιά
που βγαίναν απ’ το σούρουπο σαν από άγια πύλη.
Κι είχες στο πρόσωπο δυο φλογισμένα χείλη
σαν μόλις να μετάλαβαν κάποιου θεού φιλιά…

κι ύστερα είπες: « στα φύλλα άκου πως γλιστρά
για λίγο νότισμα η ζωή μες στη δροσιά»
και στρέφοντας στης πόλης τη μεριά
είπες: « κοίτα ο χρόνος πως κυλά
εκεί που οι άγγελοι έχουν φύγει…
κοίτα πως τρέμουν τα πουλιά
εκεί που γίνεται η ζωή μας λίγη
κοίτα πως φτιάχνουν τη φωλιά
για να φωλιάσουν μέσα της τα ρίγη.»

έτσι μου είπες κι άγιασες με τα γλυκά σου χείλη
όσα περάσαν μέσα μου λίγο πριν κλείσει η πύλη
του δειλινού που άφηνε απ’ έξω τα πανιά
για να διψούν τον άνεμο μες στην απανεμιά.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Μια φλογέρα στου ονείρου το στόμα...

Μια φλογέρα στου ονείρου το στόμα
την ακούς; παίζει μόνο για σένα
λέει όσα δεν είπε σε κανέναν ακόμα
την ακούς; η πνοή της, πνοή από μένα

μες στις λέξεις κυλάει το ψέμα
μα αρκεί ένα σου βλέμμα
την αλήθεια να δω
και καθώς στάζει στο αίμα
είσαι εσύ της σιωπής μου το θέμα
στην ψυχή, στο μυαλό.

Η σιωπή μου στα στήθια
λέει πάντα αλήθεια
κάθε λέξη την παίρνει η συνήθεια
κάθε γράμμα ένα γράμμα κενό
στα λόγια γλυκά παραμύθια…
μες στη σιωπή σε αγγίζω και ζω
έχω το σύμπαν στα στήθια
και όλον τον κόσμο εδώ.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

άφησε την αγάπη να οδηγήσει...


άφησε την αγάπη να λυγίσει
μπροστά απ’ την πανσέληνο ένα κλαράκι ελιά
στεφάνι από το όνειρο να πλέξει και να αφήσει
να φέγγει το στεφάνωμα στα μαύρα σου μαλλιά

άφησε την αγάπη να μιλήσει
θέλω να ακούσω να μιλά για σένα η βραδιά
και να σου πει πόσο πολύ έχει η χαρά αργήσει
ολόγιομη πανσέληνος να φέξει στην καρδιά,,,

άφησε την αγάπη να ορίσει
του Ποσειδώνα ποιό άλογο θα φέρει το φεγγάρι
ποιο κύμα από τη θάλασσα η νύχτα θα στολίσει
νεράιδα φεγγαρόλουστη να ‘ρθει και να σε πάρει

άφησε την αγάπη να οδηγήσει
να ‘ξερες πόσο δίψασα για τούτο το φεγγάρι
τις νύχτες που ξανάπλαθα απ’ την αρχή τη ζήση
είχα βαθιά μου τη χαρά πως θα 'ρθει να μας πάρει

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

εμού του ιδίου...

Είμαι ο έσχατος μου εαυτός
και ο τελευταίος πρόγονος μου…
μιλώ σαν στον πατέρα του ένας γιός
κι ακούω σαν επίγονός μου...


Έζησα μέσα στον άλλον ξενιστής
ασφυκτιώντας μες στα κύτταρά του
«όχι από κει, θα γκρεμιστείς»
μου ψιθυρίζαν τα έγκατά του
μα εγώ κωπηλατώντας αίμα
βαθιά μέσα στο «όχι» μπήκα
και σκίζοντας της άρνησης το δέρμα
ένα άλλο "εντός μου" βρήκα…
Τώρα έχω δυο χέρια ματωμένα
αγγίζω αλλότρια
ψαύω χαμένα
ζω με τα κύτταρα τα ξένα
και τα σκορπάω ένα προς ένα
γυρίζοντας στα ¨’όχι» τους την πλάτη
γυρεύοντας στα έγκατα τον άλλον κωπηλάτη
που θα με ανοίξει πιο βαθιά
με μιαν αλήθεια από λεπίδι για καρένα…

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Σε σένα υπάρχω
που από όλα τα άλλα
με απουσιάζεις...


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

πίσω το φόβο μου δώσε...

Πόθε
ό,τι λαχτάρησες διώξε
τίποτα πια εδώ δεν κατοικεί
το μόνο άστρο που χορεύει
είναι η μέσα τρεμάμενη γη
από χώμα, πέτρα και σκόνη…
εκεί στου χάους το μπαλκόνι
πάντα η άηχη ίδια κραυγή
που πότε χάνεται πότε ζυγώνει
μα δε μπορεί απ’ τη ψυχή μου να βγει…
πόθε
πίσω το φόβο μου δώσε
που ό,τι μαζί του δε ζει το σκοτώνει
και με τη φτέρνα σου φεύγοντας λιώσε
ό,τι αρχίζει με σκοπό μοναχά να τελειώνει…
ίσως δεν έχω άλλο τρόπο να ζήσω ό,τι ζω
απ’ αυτόν που κάθε μου όνειρο φρικτά με πληρώνει
σαν με ξεπεζεύει απ’ το πάλλευκο «γίνε» και με αφήνει στο ολόμαυρο "μείνε" πεζό.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

αρκεί ένα "γειά"...



Αρκεί και μια νοτισμένη βελόνα
κάτω από το πεύκο που δακρύσαμε
αρκεί κι ενός γλάρου η κραυγή
στα βράχια που αφήσαμε μόνα
αρκεί ένα "γειά", σα ρίγος στο σώμα
ένα ίχνος δικό μας στη γη
μες στη μνήμη μια εικόνα
για να υπάρχουμε ακόμα.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

βοήθα με, το γλάρο να γλυτώσω...


Βοήθα με το φόβο να σκοτώσω
και ό,τι μένει ίσως το λυτρώσω
σου δίνω την ψυχή μου όσο όσο
δεν μπόρεσα μονάχος να τη σώσω…
Ο φόβος του πελάγου που με παίρνει
σαν κύμα του με πάει και με φέρνει
στο ναυαγό σου έχω πέλαγο να δώσω
κι όσα ναυάγια θέλει να πληρώσω…
Βοήθα με το γλάρο να γλυτώσω
ένα φτερό μόνο κατάφερα να σώσω
το άλλο στην ακτή το έχω θαμμένο
να μη πετά η πληγή όσο σε περιμένω…

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

κενή μνήμη


Είμαστε φτιαγμένοι από ένα υλικό
που θυμάται
τα πιο απίθανα πράγματα
αλλά που δεν μπορεί
να βρει στη μνήμη του γραμμένο
τι θα έπρεπε να ζήσει
και για τι ακριβώς οφείλει να αποδημήσει.

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

ζητώ άρση του αοράτου


Ζητώ άρση του αόρατου.
Ναι εμποδίζομαι να δω
τραβήξτε την κουρτίνα του φωτός από τα μάτια
έχω κινήσει για την όχθη του αλλού
ακούω το κελάρυσμα παντού
μα το αλλού δε βλέπω…
Ποιος έβγαλε από το εγγύς την πύλη
κι ένα πλησίασμα ατελές μου έχει στείλει;
Που πήγε το εδώ;
Που πήγε το μαζί;
Ποιος πήρε τη στιγμή και έχει φύγει;
Ζητώ να μου επιστρέψετε τα χείλη
κι αν όχι
κλείστε τουλάχιστον την άθλια τη βρύση
μη την ακούει η δίψα που μου έχουν φυλακίσει
και μου χαράζεται ως την ψυχή η ύλη.
Κι ας μου αλλάξει κάποιος την αφή
με αυτό το δέρμα δε βλέπω προκοπή
σα νάχω από κάτω του χαθεί
και όλο ιδρώνει ένα ρηχό κι ασώματο βαθύ.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

αφίετε τα παιδία των φόβων να έλθουν προς εμέ


Αφίετε τα παιδία των φόβων να έλθουν προς εμέ
θέλω να χαϊδέψω τα μικρά τους χέρια
πριν η τριχοφυϊα των Δαναών αρχίσει
εκείνων που δωρίζουν αφειδώς τα «ω ειμέ»…
Αφήστε τα παιδιά των λόγων πάρα κει
κακές παρέες έχουνε αρχίσει…
Μάνα των φόβων ταραχή
κάποιοι πετροβολούν τη δύση
ίσως δεν ξέρουνε τι πάει να πει:
ήμουν ολόκληρο το «είμαι»
πριν το εγώ Τρίτη φορά λαλήσει…
Μάνα των πόνων οδύνη μου εσύ
κοίτα την πόρτα αν έχουν ασφαλίσει
κάποια παιδιά χαράς θα έχουνε μπει
και γρατσουνάν στους τοίχους τη γραφή
και ήδη το φωτοστέφανο το έχουνε στα δυο χωρίσει
μισό σε λάμπον και απαστράπτον τενεκέ
και μπρος στο κούτελο το άλλο αγκαθωτό
να στάζει μες στο δέρμα η αφή
τον φόβο φωτεινό
και τη χαρά που σέρνει πάντα πρώτη το χορό
μες στα αγκάθια να πατεί

ξυπόλητη να συνηθίσει.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

έμαθα πως ήρθες...


Έμαθα πως ήρθες. Πότε; Πως; Από πού;
Εδώ είχε στήσει τις ξόβεργες
του «που είσαι;» η καρδιά μου
κι εκεί γύρω παντού
τον ευαίσθητο ανιχνευτή του «σε ψάχνω» ...
Μα πως;
Από πού πέρασες; Πως μπήκες;
Γιατί δεν δούλεψε το «σε ψάχνω»;
Ποιος πήρε τις ξόβεργες;
Και τι πιάστηκε μέσα;
Ποιος μου πήρε το παλιό μου το άδειο
κι άφησε φρέσκο κενό;
Ποιος σήκωσε τα βλέφαρα μου;
Και ποιος άφησε ίχνη στην αυλή του ονείρου πως ήρθες
από το πρώην άδειο ως το νυν το κενό μου;

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

παιανίζω φως!



Παιανίζω φως
το κορμί μου με καίει
του ουρανού ο ουρανός
όλα τα άστρα του πάνω μου ρέει
έχει χείλη φωτιά
κι έχει εμένα εντός
η φωνή που μου λέει
θα καείς
θα καώ
και μας καίει!

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

κουρσάρος ερχομός...


Είπα πως θα γινόμουνα
του ερχομού γιαλός
φωνή από κοχύλι
και όταν με πιάνει ο καημός
θα ξεμακραίνω γλάρος…
Μα ο γιαλός με βούλιαξε
μου έδεσε τα χείλη
και στα βαθιά μου έπνιξε
των δυο φτερών το θάρρος…
Τώρα είμαι μονάχα ένας βυθός
σπασμένος απ΄ το βάρος
ακίνητων λευκών φτερών
κι από καιρού εις καιρόν
τρέφεται στις χαράδρες μου
του κοχυλιού ο κουρσάρος!

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

φλογερός χαιρετισμός!


Χαίρε εσύ πυρόσβεση στην άσβεστη πληγή
χαίρε κι εσύ των πόθων μου μισοσβησμένη αυγή.
Χαίρε των συσπασμένων μου λοβών ίαμα συσκευής
χαίρε και υπογλώσσιο σκευάσμα προσταγής
χαίρε κι εσύ των βρόγχων μου αναπνοή του νόμου
χαίρετε δευτεροξάδερφα των λέξεων συγγενείς
χαίρετε σε όσους άρπαξαν την πένα τους επ’ ώμου
και σε όσους εκτροχιάστηκαν σε μια στροφή του δρόμου
χαίρε κι εσύ βαθύτερη του εντός μου διαστροφή
να είσαι μοιχός των πόνων σου στην ίδια σου ψυχή.
Χαίρετε απογεύματα χωρίς επιστροφή
των δεσποινίδων σκέψεων επίγειοι συνοδοί.
Χαίρετε «δεν» χαίρετε «μη»
χαίρετε αστυνόμοι!
Χαίρετε λύκοι άλυκοι και πρόβατων προβιές
χαίρετε και ασάλευτα ομοιώματα σκιών
χαίρετε γυμνοσάλιαγκες στις ράγες οκλαδόν
εκεί στην επερχόμενη οδύνη των στιγμών.
Χαίρετε βύθιοι εραστές λίγων εγκύων «πες»
χαίρετε οι «ως τα γόνατα» και «ως το πρηνής» γραφές.
Χαίρε ποιόν μου ύποπτο και γλώσσα μαλωμένη
χαίρε κι εσύ ενήλικε κι αγιάτρευτε καημέ
που άπλωσες τα χέρια σου σε βρέφος οικουμένη.
Χαίρε σε εσέ χαίρε σε εμέ
χαίρετε και στο φράχτη
που υψώνεται στο «λίγο» εμπρός
και βγάζει τόσο άχτι.
Χαίρετε και στου «ιερού» τα άβατα τα εντός
χαίρε καντηλανάφτη!

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

ενάντιος λόγος



είπα ορίζοντας
είπες εδώ
είπες σταγόνα
είπα κύμα
είπες μόνο αγγίζοντας
είπα όλος θα δωθώ
είπες με αγώνα
είπα τι κρίμα

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

εκεί είχαμε μείνει...


...βαμμένος μωβ ως μέσα
ο ρίψασπις θα επιστρέψω
αποσταγμένος θλίψη
άρτι αποσπασθείς απ΄τις ασπίδες
γυμνός ψυχή
γυμνός και από τις άλλες μου ελπίδες
ερωτευμένος τη διάτρητη απόσταση
απ΄εδώ ως το πάθος
κι εσύ όπως λες τρεμάμενη
μες στης στιγμής το βάθος
πιες μου την άπιωτη οδύνη
και κλείσε με τη θυσία μου
μ ε το πιο μωβ σου άγγιγμα ειρήνη!

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

τι απ' όλα ζει;


Από πού φυσάει άνεμος;
Και ποια είναι η κουπαστή
που όλο μου πάει τα λόγια
όπου είχα βυθιστεί;

Κι εκείνος ο απάνεμος
κόσμος που ‘χα κλειστεί
ποια κοίταξε ρολόγια
και λέει «και πάλι ζει»;

Το ράπισμα στο πρόσωπο
του ανέμου που χτυπά
ποιόν καπετάνιο απρόσωπο
βαθιά μου να ξυπνά;

Και του ονείρου το νησί
ποιον περιμένει πάλι
και στα νερά του τι να ζει
που κλαίει το ακρογιάλι;


Τα μάτια μου τα έσκισε
ο αέρας σαν πανιά
κι ότι βαθιά μου με έκλεισε
φυσάει μια καταχνιά!

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

πες μου πως γίνεται;


Πως γίνεται το χέρι σου να το κρατώ ακόμα
και δυο χείλη από μακριά να με φιλούν στο στόμα;
Πως γίνεται το αγίνωτο να μου γεννά ένα σώμα
που δεν αφήνει ούτε σκιά ούτε πατάει στο χώμα;
Πως γίνεται το κάλεσμα να είναι και ερχομός μου
να ξεκλειδώνεις το άπειρο με ένα κλαδάκι δυόσμου
και να ευωδιάζουν μέσα μου τα πέρατα ενός κόσμου
που ξεπερνούν τα σύνορα του ασύνορου εντός μου;

Πως αρμενίζω άνοιξη σε πέλαγα βαθιά
με ένα πανάκι όνειρο σε νύχτα θαλασσιά;

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

ηλιοβασιλέματος ανατολή



Οι δείχτες πηδούν απ’ την ώρα
στον άλλο τροχό την αιώρα
αγύρτες κι οι δυο
εμπόρων παιδιά
από σόι.
Μα το όνειρο πάει με τα πόδια
και νύχτα και μέρα
ποδήλατο θέλει η συμπόνια
στη γήινη σφαίρα.
Μα έξω καρδιά
κι ας με τρώει…
Ωραία η σέλα;
Καλό το ρολόι;
Κι αν σου έλεγα έλα;
Θα πετούσες το πρωινό κομπολόι;



Οξείας όρασης διπλό κορίτσι
όργανο του φωτισμένου σκότους
που όσοι σε νόμιζαν δικό τους
είχαν στο βλέμμα νέφη
και όσα βλέπανε για αστέρια
ήταν η αστροβολούσα μέθη
που έπιναν στα τέσσερα σου χέρια!

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

στο άγγιγμα σου



Δε σ’ άγγιζα
μα ένιωθα η αφή μου να γλυκαίνει
από ένα μύχιο άγγελμα ηδύτερου καιρού
κι έβλεπα μες στα δάχτυλα
να πλέκει και να δένει
το χάδι σου αγιόκλημα στο χρώμα του ουρανού.
Εφτά φορές τριαντάφυλλο Αύγουστο χαρισμένο
έβλεπα μες στο γέλιο σου
κι άκουγα καθώς έλεγες το «θέλω» ανθισμένο
να μου θυμίζει θάλασσες και Ιόνια νησιά.
Δε μ’ άγγιζες
μα με άγγιζε η σκέψη σου, η καρδιά
και σου ‘κλεψα σε μια στιγμή που κοίταξες αλλού
κάτι απ’ το «θέλω» σου και το ‘κρυψα στο νου।

Δε μίλαγα
μα σου ‘λεγα με όσα μπορεί το βλέμμα
λόγια που πριν δεν ήξερα γιατί δεν είχα δει
άλλη φορά βασίλισσα μονάχη δίχως στέμμα
να μου μιλά για όνειρα που κάνουν οι θνητοί.
Άκουγα μες στο γέλιο σου
ολόλευκα πανέμορφα μα αλύτρωτα πουλιά
και κάποιο που πετάρισε πολύ πολύ κοντά
μου ‘πε ότι το γέλιο σου έτσι γλυκά πετά
όταν ζητά απ' το όνειρο την πιο ψηλή φωλιά .
Και ευχήθηκα
να βλέπαμε αυτό το καλοκαίρι
μαζί το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι
και ότι ο χρόνος έκρυβε μαζί να τόχει φέρει
κι ούτε στιγμή να μη μπορεί μαζί του να το πάρει!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

τον όφη της λήθης εκδίωξε...


Τροπαιοφόρε Μέγα του ονόματος μας συγκάτοικε
τον όφη της λήθης εκδίωξε από τον οίκο μας...


Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πως, ούτε έμαθα ποτέ τίνος τα χέρια κάθε βράδυ μου χτυπάνε την πόρτα και όταν ανοίγω βρίσκω στα σκαλοπάτια μαύρες και γκρίζες σκιές από κόκκινα τριαντάφυλλα। Ύστερα μια μαραμένη ευωδιά από αόρατα κόκκινα πέταλα κλείνει πίσω μου την πόρτα και είναι σα να μου λέει «Πάλι δεν θυμάσαι; Εδώ μένεις!» Και μένω εκεί όλη νύχτα. Μέχρι το πρώτο φως που αρχίζω πια να θυμάμαι πως σε εκείνα τα σκαλοπάτια περίμενα από το πρωί κάθε μέρα με ένα μπουκέτο στα χέρια τη λήθη για όσα έπρεπε να ξεχάσω. Μα και πάλι εξακολουθώ να μη θυμάμαι πότε αρρώστησα τόσο πολύ και μου συνέστησαν οι γιατροί τα βράδια να κοιμάμαι μέσα…

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008


Εκεί ανάμεσα υπάρχω δεν υπάρχω
θα σταθώ μήπως σκεφτεί να ψάξει
το «καθ’ ομοίωσιν του» ο θεός
και εκτίμηση αλλάξει…
τότε ίσως να πει στον πιο πιστό από όλους μας
τον άπιστο Θωμά:
«πάρε Θωμά τα πόδια σου κουνήσου
έχουν στρωθεί τα βάγια

πρόσεχε όμως που πατάς
ζερβά η αγάπη και δεξιά το μίσος
κι ευθεία εμπρός σου ο καθρέφτης Γολγοθάς
πέρνα ανάμεσα στο μέγα πλήθος
και τράβα κατά το σταυρό
για να προλάβουμε πριν ξεψυχήσει το παλιό
και αναστηθεί το νιό
να είμαστε οι πρώτοι
που θα δούμε να πεθαίνει
το νόθο «καθ’ ομοίωση» το πρώτο μου μισό
σαν θα φυσήξω πιο βαθιά ξανά μες στον πηλό
γιατί είχα βάλει άβυσσο περσότερη θαρρώ
και στο μισό πρωτότοκο πήγε η ψυχή χαμένη
και λέω σ’ αυτό το δεύτερο να σκάψω πιο βαθιά
μα και να έχω την ψυχή με Χερουβείμ δεμένη!»

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008



Θα μεταλάβουμε σε δωμάτιο σκοτεινό
ίχνη που πάνε πέρα τον καιρό
σαν βγαίνουν πίσω μας σε ζητιανιά τα χρόνια
κι ίσως να πιούμε μια στάλα απ’ τα αιώνια…
θέλεις;

θα μεταλάβουμε με ένα κρασί χίλιων χρονών
όσα πατάει η ζωή σαν προσπερνάει
κι από το βρόχινο νερό των ουρανών
λίγο απ’ το δάκρυ ενός θεού αγάπη όταν διψάει…
θάρθεις;

Μα κι αν δεν έρθεις μόνος μου μπορώ
να μεταλάβω μες στο κύμα το αλμυρό
όσα ταξίδια μου βουλιάξανε σαν πλοία
κι όταν τα χείλη θα αγγίζουνε βυθό
θέλω να πιάσει η ίδια τρικυμία
να δω να ξαναβγαίνει πάλι στον αφρό
και να τσακίζεται και πάλι με τη μία
το σαπιοκάραβο που νοίκιασα να ζω
και το χτυπάει το κύμα κόντρα, με μανία!
Το αντέχεις;

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Ξύπνα ψυχή. Ετοιμάσου!


Σκέψη πολύ μου πλάνταξες σήκω επάνω βιάσου
και τρέξε στο παράθυρο να παραλάβεις οίστρο
σε ένα μεγάλο φάκελο που γράφει το όνομα σου
που σου τον στέλνει η θάλασσα με κάποιονε Μαϊστρο.
Ξύπνα ψυχή, και τίναξε λιγάκι τα μαλλιά
έχουν πιαστεί φθινόπωρα και κάτι λίγα χιόνια
και περιμένουν πέρδικες, σπουργίτια κι αηδόνια
παρέα με την άνοιξη, για να σου πούνε «γεια ».
Πλύσου κορμί και ρίξε μου πολύ νερό στα μάτια
τον καλεσμένο φίλεψε λίγο γλυκό κεράσι
και ξέπλυνε τα κόκκινα τα γιορτινά κανάτια
κάποια ιδέα σύννεφου να πιεί να προσπεράσει.
Τάχυνε και το βήμα σου κι εσύ καρδιά μισή
μάζεψε απ’ το πάτωμα τα άλλα σου κομμάτια
να, και ο Απρίλης έμεινε με μια καρδιά λειψή
μα δε κρατάει πουθενά τόσα πολλά γινάτια.

Κι άγιε Παντελεήμονα βάλε κι εσύ ένα χέρι
να είναι ο οίστρος τούτη τη φορά
ονειρεμένος, ξάστερος, μες στην τρελή χαρά
να ανοίξουμε το φάκελο και νάναι Καλοκαίρι!

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008


Είμαι ο κανόνας είπε το όνειρο
ο άνευ κανόνων κανόνας!
Ο εκπαιδευτής κανόνων!
Ποιος μίλησε
και σε ποια γλώσσα μπήκε;
Τη συνιστώσα του να δω
να δω αν την ελύγισε
αν έκοψε και πέταξε τα άχρηστα κομμάτια
εάν πολλαπλασίασε το πριν με το μετά
και αν ξανά το μάτισε το άπειρο σωστά
κάθετα μες στα μάτια.
Να το παράλληλο εδώ
κάτω απ’ τη βρύση
του πλένω τον ανάμεσα λεκέ που έχει ξεφτίσει.
Ναι είμαι ο κανόνας εγώ!
Ο άγραφος και πανταχού κανόνας!
Των κανόνων ο ακανόνιστος κανόνας!
Πλένω απ’ τα χαράματα
και άπλυτα ας μην έχω.
Έτσι είναι οι κανόνες οι άπιαστοι
στο άπιαστο μου εδώ!
Όποτε θέλω ανάμεσα στο ανάμεσα θα βρέχω
θα ρίχνω τις σταγόνες μου παράλληλα στη γη
και όσες από το όνειρο έχουν μεγάλη ζάλη
ζεστές μες στο κενό
παράλληλα θα σμίγουνε
θα τέμνουν τη στιγμή
κι όπως θα τρέχει το όνειρο
της μιας πάνω στην άλλη
παράλληλα θα τέμνονται
με μάρτυρα τη γη!


Κανόνας είμαι από όνειρο.
Σιγά μη δεν κατέχω!

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

η .... χάρτα;


νομίζω
είμαστε έτοιμοι!
στο όνειρο τα βρήκαμε!!
ποιός έχει όμως
τη χάρτα;

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

... είναι όραμα ή
μια φωνή από μένα;

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

στην ...Αμαλία



"δώσε μου τα χέρια σου Μαρία" σου είχα πει
"μα δε με λένε Μαρία" με είχες διορθώσει

όμως σε χέρια αγνώστων

δεν είναι σωστό να κλαίει κανείς

και εγώ είχα όλα μου τα δάκρυα

ανεπίδοτα ... Μαρία.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

"κατ' ιδίαν" διαβούλεση για συμπράξεις ονειρικού και ανθρώπινου φορτίου...

Οι ακατανόητες φωνές στα όνειρα μας
ίσως να είναι η απόγνωση στην άπταιστη του ονείρου γλώσσα
που προσπαθεί να πει:
“ πόσο πολύ θα τόθελε το όνειρο
μα πόσο ανήμπορο του είναι
με ένα τόσο φευγαλέο σώμα
να πάρει μαζί του φεύγοντας
κι αυτόν που το ονειρεύτηκε…”


Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

του χεριού σου η χάση

Μου είχες πει μια φορά
«ό,τι τρέμει πονά
και γυρεύει ένα χέρι να πιάσει»

είχε αέρα η βραδιά
και φεγγάρι στη χάση
τώρα φυσάει ξανά
το φεγγάρι ψηλά
μα το άγγιγμα σου θα έχει γεράσει
γιατί τρέμω πολύ
και το χέρι δε λέει να περάσει.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

δικό σου...κάποτε.

Και πάλι εδώ, να προσπαθώ να εξαγνίσω την ψυχή μου, που σαν ανόητη κυλά και χανεται σε λάθος καταστάσεις. Μιά ψυχή που σφραγίζει την ελευθερία επιλέγοντας τα απαγορευμένα και πετώντας όλα τα πρέπει. Ταξιδεύω γιά που άραγε;
Ποιός ήρθε ποτέ να μου ζωγραφίσει έναν ιδανικό ορίζοντα; Ποιά μοίρα με τραβά στα αντίθετα, στα ασύμβατα και στα αντιμαχόμενα; Ποιός με στέφει με ολοκλήρωση;
Μιά ζωή προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν εαυτό κάπως έτσι ή κάπως αλλιώτικο και τελικά.... πέφτουμε σε ένα παραμύθι και το τρέφουμε. Το τρέφουμε με το ίδιο μας το αίμα με την δύναμη του μυαλού μας. Ωσπου να μας πνίξει.
Να μας πνίξει ίσως και από παράπονο γιατί όσα κι αν δίνουμε δεν μπορούν να ολοκληρωθούν ή να μας πνίξει γιατί γιά μιά αξιοπρέπεια, που μας ταλανύζουν νύχτα και μέρα, ούτε αυτή τελικά δεν θα μπορούμε να κρατήσουμε.
Τι μίγμα περίεργο είναι η ζωή ! Η ψέμα όπως μου το είπες. Ενα μίγμα λογικής και συναισθήματος. Ενα ψέμα που σου ανήκει και όμως ποτέ δεν την κάνεις εσύ όπως θες. Περίπου μόνο ή γιά λίγο μόνο. Οχι παντοτινά. Οχι να την κάνεις από όνειρο πράξη.
Μπορείς να κάνεις μιά βόλτα όπου θες, να πεις όσο θες, να πας και με όποιον θες αλλά όλα σε μιά στιγμή.
Στιγμές από πραγματοποιημένα τρελλά όνειρα. Στιγμές που ζεις το όνειρο ή που απλά με μιά κίνηση απαρνιέσαι την πραγματικότητα ή τα πρέπει. Κι εγώ πέταξα από πάνω μου ένα πρέπει - και πολύ το χάρηκα αυτό - αλλά αγκάλιασα ένα δεν πρέπει και όσο το χάρηκα άλλο τόσο με πονά.
Με πονά το τώρα με τη σκέψη του μετά. Α ! συγνώμη ... ο πόνος του μετά είναι απαγορευμένος. Ο πόνος του μετά έρχεται μέρα με τη μέρα όλο και πιό κοντά και εγώ κλείνω τα μάτια και το στόμα γιά να μην τον δω και τρομάξω, γιά να μην τον γευτώ και πεθάνω από την πίκρα.
Και σε αντιστάθμισμα ψάχνω να σε βρώ λίγο πριν το μετά ... σε σύννεφα, σε θάλασσες κι ακρογιάλια. Ανοίγω τα μάτια μου και ψάχνω να σε βρω σε δρόμους, σε ήλιους, σε τοποθετώ σε καλοκαίρια με κυμματισμούς, σε νησιά, σε ζωγραφισμένα ακρογιάλια.
Σε ψάχνω μέρα με τη μέρα και τρομάζω που θέλω να ξέρω από που πέρασες, πιό μικρό ταξίδι ζωγράφισες και τι ακόμα είπες; Σαν να σε κατασκοπεύω εγώ.... η πινελιά της ελευθερίας, ή η μουτζούρα της ελευθερίας. Και προσπαθώ να κυριαρχώ και με θαυμάζω που τις περισσότερες ώρες δεν ρωτώ, δεν νοιάζομαι. Μόλις όμως σε βλέπω θέλω να μου πεις ό,τι έχεις κάνει, να σου πω ότι εγώ έχω γίνει, από την τελευταία στιγμή που μιλήσαμε. Γι αυτό σε ρώτησα εκείνη την ημέρα γιαυτό σου έκλεισα το στόμα γιά να μη μάθω.... εξασκούμε αλλά και γιαυτό όταν σε βλέπω μιλάω πολύ γιά να ξέρεις τι κάνω όπου πηγαίνω. Ακούγεται σχεδόν αρρωστημένο γι' αυτό σου λέω μουτζούρα ελευθερίας...
Εντάξει, βρίσκω και μόνος μου την άκρη της ζωής, μην ανησυχείς, θα γίνω άνθρωπος ελεγχόμενης δέσμευσης. Δεν θα σου αφεθώ σε μεγάλο ποσοστό, έτσι δεν έλεγε κάποιος και μεις γελούσαμε; Να που πρέπει να το κάνω. Ετσι όπως έχω αρχίσει να ζω επιβάλλεται να κάνω αυτό το γελοίο πράγμα, όμως δεν ξέρω εάν μπορώ ή μήπως είναι λίγο αργά, γιατί σήμερα ενώ μιλούσαμε γιά διάφορα, εγώ ταξίδευα σε σένα, ...... Μιλήσαμε αλλά δεν επικοινωνήσαμε. Αλλοτε πείθω τον εαυτό μου πως και μόνο που άκουσα τη φωνή σου αρκεί και άλλοτε ξέρω πως εάν γιά κάποιο λόγο δεν μπορώ εγώ να γράψω, γιά παράδειγμα , ή εσύ , τότε αυτή η σχέση θα πάψει να υπάρχει γιατί θα γίνει πολύ απλή ή πολύ κοινή σε χαρακτήρα με άλλες. Αλλοτε δηλαδή μου φτάνει το γειά σου ..... και άλλοτε θέλω την ψυχή της.
Είπα κι εγώ να κάνω κάτι διαφορετικό μετά από τη βαθυστόχαστη συζήτηση πλάι στη θαλασσα, βρεθήκαμε να παίζουμε μπιλιάρδο στο Χαιδάρι, αφού πριν είχαμε πονέσει γιά αρρώστιες και θανάτους. Αρρώστιες και θανάτους δύο ειδών, πνευματικούς και σωματικούς, σκεφτόμουν εγώ μιμούμενος τον αδελφό μου που έγραφε σε μιά έκθεση ποιό άθλημα σου αρέσει και γιατί : Τα αθλήματα είναι δύο ειδών, τα σωματικά και τα πνευματικά.
Ετσι λοιπόν κάπου ανάμεσα στις μπίλιες και στους φίλους της στιγμής, που θα μας περιμένουν γιά πολλά παιχνίδια, θυμήθηκα πως μου χρωστάς και ένα μπιλιάρδο μιάς και ποτέ όχι δεν μου έχεις πει, τουλάχιστον ακόμα ( εκτός και μου αρνηθείς το παιχνίδι τώρα ).
Τέλος πάντων καμμιά φορά φαντάζομαι πως το μοναδικό νόημα, τώρα στη ζωή μου είναι να ζω, να κάνω τα διάφορα θέλω πράξη και να έρχομαι να στα λέω, γιά να ξέρεις πως ζω έξω από σένα, δηλαδή όταν σκέφτομαι εσένα.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

ερασιτέχνες δικαστές

Κάποτε θα καθίσεις στο εδώλιο
του μεγάλου δικαστή και θα σε ρωτήσει:
Αγάπησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Μίσησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Αμάρτησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Μετάνιωσες;
- Καθόλου!
Θάνατος!
Και όπως την ποινή σου θα διαβάζει
θα σηκωθείς έξαλλος «ρε σκιτζή» θα του φωνάξεις
«πως τολμάς και καταδικάζεις τετράκις σε θάνατο μόνο
έναν χίλιες φορές σκοτωμένο;»

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008



Σουρουπώνει και συ μεγαλώνεις παράξενα.
Πολλαπλασιάζεσαι στις σκιές και στα χρώματα του δειλινού, κόσμος από μικρές μωβ πεταλούδες στο σώμα ενός σύννεφου που εξομολογείται.
Η άφεση ανοίγει τα μάτια μέσα απ' τη θάλασσα σαν αρχαία υδάτινη ψυχή..
Γονατισμένοι βράχοι οι εποχές που περάσανε ακούνε κάτι βαθύ στο δειλινό γέρνουν επάνω στη στιγμή και παίρνουν όλα τα περασμένα βάρος.
Οι γλάροι ακίνητες μαβιές ψυχές πάνω στον ορίζοντα αφουγκράζονται τον κόσμο και σωπαίνουν.
Ενα ξεχασμένο άστρο κοιμάται σαν παιδί στο ήσυχο κύμα.
Η θάλασσα άστεγη μητέρα το λικνίζει και το θηλάζει...
Ανοίγεις τα μάτια και ξυπνάει το άστρο, πετούν οι γλάροι...
Οι βράχοι θυμούνται πως εκεί ψηλά το φως πάντα γαλάζιο κάθε ξημέρωμα μας αθωώνει.
Ελαφρώνουν...
Το σύννεφο κλείνει ξανά τις πεταλούδες μέσα.
Μένει το φεγγαρόφωτο μόνο.
Ασημένιο δέντρο που θροίζει από το φως του.
Στο χαμηλότερο κλαδί του αιωρείται ανέμελη η γη
με αιώρα νυχτωμένη την ψυχή μου ।

Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

το παζλ...



Αν στα δυο μια μέρα κοπώ
στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
και σε παζλ σου δοθώ
να τα βάλεις εσύ σε μια τάξη
το κομμάτι μου
εφτά
να κοιτάξεις σωστά να ταιριάξει
με ότι ζούσε κλεφτά
και το δέκα που ζητούσε να αράξει

να του λες πάντα εντάξει
να αγκαλιάζεις το πέντε πολύ

κι ας μου τόχες από ζήλεια πετάξει
ένα έξι - θυμό που όλο στάζει χολή
να το πας στο γιατρό να το φτιάξει
βγάζε βόλτα το τέσσερα έξω το βράδυ
και στο τρία όπως είχες τάξει
δίνε το πιο όμορφο χάδι
ένα δυο – το θυμάσαι;- είναι χάλι
κι ίσως πριν σου ενωθεί τα τινάξει
ένα μπλε δεκατρία να το βάλεις κεφάλι
και με το ένα που μαζί τόχαμε φτιάξει
να περνάς περισσότερη ώρα
το δεκατέσσερα κάπου το έχεις φυλάξει
όταν ξέσπασε η πρώτη μας μπόρα
το δεκαπέντε έχει από χρόνια ρημάξει
κι ίσως το έντεκα στο δώδεκα νάχει χαθεί
μα δε βαριέσαι γιατί να σε νοιάξει
το οχτώ που ήταν πάντα χαζό
τάιζε το με ότι τρώει το
δεκάξι
κι άκου τι θα σου πει το εννιά το σοφό
«λίγο πριν σου κοπώ είχα αλλάξει.»

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

μια μικρή πίσω πόρτα

Πάντα έπασχα από πράγματα μεγάλα
μιά θεώρατη Κιβωτό, λόγου χάρη
-γιατί από ένα ολέθριο λάθος
η ανθρωπότητα τότε είχε ξεχαστεί έξω
ή από σπουδαίες έμμονες ιδέες
όπως ότι όταν ζούμε στο ίδιο σύμπαν
πρέπει και οι πάνω - συγνώμη Κύριε
και οι κάτω, να προσέχουμε, που πατάμε
ή άλλοτε ονειρεύτηκα μεγάλους έρωτες
που δεν μπορούσα να τους σηκώσω ξυπνώντας
και μόνο όταν ύστερα από πολλά χρόνια
προσπάθησα να τα πουλήσω όλα
ανακάλυψα πως οι προθήκες των παλαιοπωλείων
ήταν κιόλας γεμάτες
και γιαυτό λέω τα παλαιοπωλεία
πρέπει να έχουν μιά θαυματουργή μικρή πίσω πόρτα
γιά να σε απαλλάσουν βγαίνοντας από κάθε μεγάλη ιστορία
και να σε παραδίνουν επιτέλους στο φυσικό σου μέγεθος
σε έναν κόσμο αφεαυτού μικρό.

κατ' ιδίαν

Κατ΄ιδίαν σου είχα πεί
οφείλουμε όλα μας τα δάκρυα στην ευτυχία
ύστερα ανέβηκα στην εξέδρα
και χαμογελώντας κατάμουτρα στο πλήθος
επιδόθηκα σε κάτι πιό κατορθωτό.
Εσύ κι εκείνη
έτσι κι αλλιώς είχατε κιόλας φύγει.

Δούρεια τιμωρία

Το άλλο πρωί βρήκα στον κήπο μου
μιά πολύ όμορφη ξύλινη γυναίκα.
"Οδυσέα" μου λέει "εσύ μόνο μου έμεινες - πάμε"
"μα Ελένη τι θα πούν οι άλλοι ;" ρώτησα ανήσυχος
"απολύτως τίποτα, αυτοί με στέλνουν" μου απάντησε ψύχραιμα
"Θεέ μου" αναφώνησα κοιτώντας πίσω της τη ρημαγμένη πόλη
"ξέρεις δεν είμαι ακριβώς ο Οδυσέας που ψάχνεις"
"μα ούτε εγώ η Ελένη" μου είπε κάτι ξύλινο, κρύο και δυνατό
και μ΄έσυρε έξω από μιά πολύ ένδοξη ευκαιρία
έτσι χαμένος να γυρνώ ανάμεσα σας.

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

η παρτίδα

Η παρτίδα τέλειωνε στη σκακιέρα προτού καλά καλά αρχίσει. Ετσι μπροστά στα μάτια μου δυό πιόνια αρχοντικά , τα μόνα όρθια ακόμα, έρμα , μοναχά, αντικριστά στο άσπρο και στο μαύρο. Εκείνος με το λευκό βασιλικό χιτώνα μίλησε πρώτος:

" Δε ξέρω μήτε το βασίλειο μήτε το όνομα σου. Ούτε το πρόσωπο σου βλέπω.
Μόνο τα φλογισμένα σου μάτια , αρχοντικά μεγάλα διακρίνω πίσω απόλους τούτους τους καπνούς.
Γρήγορη μάχη, φονική. Τι λες κι εσύ;
Ούτε να διατάξω δεν πρόλαβα, καν ένα στρατιώτη.
Ολα άρχισαν και τέλειωσαν έτσι ξαφνικά.
Τελευταία ο στρατός μου επιτίθεται αυτόματα.
Ανοίγει πυρ πριν από το σύνθημα μου.
Δεν μπορώ να συγκρατήσω ούτε τους μόνιμους, ούτε τους κληρωτούς.
Αυτομολούνται και χτυπάνε πρώτοι.
Ο μόνος κανόνας του πολέμου που εξακολουθούν να τηρούν είναι ότι χτυπάνε πρώτοι σα λευκοί. Σε όλα τάλλα είναι λάθος. Ενας στρατός ευέξαπτος και νευρικός. Ενας στρατός φονιάς. Ανυπάκουος.
Αυτός είναι ο στρατός μου τελευταία.
Επιτίθενται όλοι μαζί δίχως λόγο.
Σκοτώνονται και σκοτώνουν έτσι γιά μικροπράγματα. Γιά ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι , γιά μιά αμφιλεγόμενη ζαριά, γιά μιά κακή ματιά.
Δεν μου αφήνουν κανένα περιθώριο χειρισμού. Καμιά τακτική, ανακωχή, συμβιβασμό.
Το πεζικό, οι έφιπποι εκατόνταρχοι, οι δούλοι. Κανείς δεν περιμένει. Κανείς δεν υπακούει.
Ολα αρχίζουν έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα.
Οι τυμπανιστές λες και παίρνουν ένα μυστικό μήνυμα από τα αντίπαλα στήφη, συνενοούνται με τα μάτια και αίφνης τυμπανίζουν όλοι μαζί εκκωφαντικά. Ο σαλπιγκτής σαλπίζει δίχως διαταγή και η σφαγή αρχίζει.
Σκοτώνουν και σκοτώνονται έτσι χωρίς διαταγή. Χωρίς στρατηγική. Σα να μην είναι σκοπός η νίκη αλλά ο θάνατος. Σκοτώνουν βιαστικά.
Και οι πύργοι μου το ίδιο. Εκπυρσοκροτούν με όλες τις μπομπάρδες τους μαζί κι ανατινάζονται.
Οι τρελοί πετούν μολότοφ στις εχθρικές στρατιές, ύστερα πέφτουν μέσα στις φωτιές και αυτοπυρπολούνται κουδουνίζοντας με δύναμη τα καμπανάκια στα σκουφιά τους.
Τα μάτια τους μες στη φωτιά είναι κατακόκκινα κι αφηνιασμένα. Θαρρείς πως είναι αληθινοί τρελοί.
Η Βασίλισσα ακολουθεί σαν υπνωτισμένη.
Ολα χάνονται με μιάς. Μιά χλαλοή όλη κι όλη.
Ετσι δίχως σχέδιο. Δίχως τακτική. Σαν από μιά μανία καταστροφής και αυτοκαταστροφής μαζί. Ποιός ξέρει;
Μιά τρέλα μου θερίζει το στρατό. Ναι μιά επιδημία τρέλας, ανεξήγητη, μου αφανίζει ένα στρατό, υπάκουο παλιά, έμπειρο και καλό πολεμιστή.
Κάθε βράδυ πριν από κάθε μάχη μιά σιωπηλή συνωμοσία εξυφαίνεται στο βασίλειο μου.
Η Βασίλισσα σηκώνεται νύχτα και φεύγει από το κρεβάτι.
Αρνείται το κορμί μου. Τον έρωτα μου. Κατεβαίνει τις σκάλες ξεμαλιασμένη και ξυπόλητη, δίχως κορώνα, άβαφη σα δούλα. Μπαίνει στους στάβλους και διώχνει τα άλογα. Ανεβαίνει στις πολιορκητικές μηχανές και ξεσυγχρονίζει τους μηχανισμούς τους. Ανάβει στη μέση της πλατείας μεγάλη πυρά, έρχονται οι ιππότες και ρίχνουν μέσα τις πανοπλίες, τις περικεφαλαίες, τις λιώνουν.
Φοράνε ευτελή ρούχα, καθημερινά. Τα πόδια τους χωρίς μεταλλικές περικνημίδες, γυμνά. Μα το Θεό είναι πολύ αστείοι έτσι. Με αθλητικά παπούτσια και μάλλινα σκουφιά.
Υστερα καβαλάνε ξεσέλωτα τα άλογα. Ανοίγουν τις πύλες και χάνονται έφιπποι όλη τη νύχτα.
Το πεζικό ανεβαίνει στις πολεμίστρες. Ενας ένας δένουν μακριά σκοινιά και κατεβαίνουν τα τείχη άοπλοι. Τα παγούρια τους βαριά κρεμασμένα στη μέση τους. Σίγουρα έχουν κρασί εκεί μέσα.
Τα βλέπω όλα από το βορινό παράθυρο.
Εψές θαρώ κρυολόγησα όλη νύχτα έτσι ξαγρυπνώντας. Χειμώνιασε βλέπεις, Μα αυτοί δεν βάζουνε μυαλό.
Αψηφούν το κρύο, τη βροχή, το χιόνι.
Συνεχίζουν τα ίδια και τα ίδια κάθε βράδυ.
Με αφήνουν έτσι έρμο.
Σε ένα παλάτι παγωμένο. Ούτε ένας δούλος δε μενει γιά να ρίξει ένα κούτσουρο στη φωτιά. Ούτε ένας σαλτιμπάγκος γιά ένα αστείο.
Οι πραιτωριανοί χειρότεροι προδότες από τους δούλους, αυτήνοι φεύγουν απ΄τους πρώτους.
Ετσι μένω τα βράδια. Δίχως στρατό. Δίχως σκλάβους. Δίχως λαό. Δίχως Βασίλισσα.
Με συγχωρείς γιά τούτη την ανόητη σφαγή.
Οι λευκοί αρχίσανε το μακελειό, οι λευκοί. Το είδες και το είδα.
Αχρηστη παρτίδα. Χωρίς κανόνες φονικής. Δίχως σχέδιο. Δίχως λογική.
Ντρέπομαι, ξένε Βασιλιά γιά όλο τούτο το μπουλούκι με τα στουπιά και τη βενζίνη. Ντρέπομαι γιά τον ανορθόδοξο πόλεμο.
Είναι ένας όχλος που καταστρέφει όλη τη γοητεία του πολέμου.
Η Βασίλισσα μιά ξεδιάντροπη Ελένη. Μία βρώμα σε όλα ανακατεμένη. Δεν υπάρχει περιοδικό που να μην έχει τις πομπές της. Αυτή παρασέρνει τους άντρες σε ανυπακοή.
Εγώ τους στήνω έναν έναν προσεκτικά στη θέση τους κι εκείνοι με τιμωρούν με ήττα και καταστροφή. Σα να με εκδικούνται γιά κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω.
Περίεργοι καιροί. Περίεργος κόσμος. Αλλα ήθη.
Μία ύποπτη ειρήνη τα αρρωσταίνει όλα. Και τον πόλεμο ακόμα.
Στρατιώτες, Αξιωματικοί, Πολέμαρχοι, Βασίλισσα αρνούνται τον έντιμο θάνατο. Αρνούνται την έντιμη μάχη.
Αρνούνται το Βασιλιά τους.
Που θα πάμε έτσι;
Που οδηγείται πιά ο κόσμος όταν αποφασίζει έτσι από μόνος του πότε θα χτυπήσει, πότε θα ζήσει, πότε θα πεθάνει;
Ούτε μιά σωστή παρτίδα δεν μπορώ να στήσω.
Εχω πιά την πεποίθηση ότι μένουμε οι στρατηλάτες μόνοι μας πιά.
Εξω από τα πράγματα.
Σα να έχουμε να κάνουμε με μιά άλλη τάξη πραγμάτων. Ακρως επικίνδυνη γιά την λογική του κόσμου.
Σα να αρχίζει μιά άλλη εποχή.
Της αυτομόλησης και του κατ΄επιλογήν θανάτου. Χωρίς στοίχηση και εντολή.
Αλήθεια που πάμε μαύρε Βασιλιά;"

"- Μα δεν είμαι Βασιλιάς", μίλησε ο άλλος πίσω από τον καπνό.
"Αλλωστε εμείς από καιρό τώρα μόνο τρελούς έχουμε ."
Εβγαλε την μαύρη προσωπίδα του.
Κάτω από την περικεφαλαία το ολόμαυρο βελουδένιο του σκουφί.
Υστερα έβγαλε την πανοπλία του.
Εμεινε με το μαύρο ολόσωμο εσώρουχο του.
Πέταξε το σπαθί του και κοίταξε τον άσπρο άναυδο Βασιλιά βαθειά στα μάτια.
Υστερα πήδηξε μέσα σε μιά φωτιά που έκαιγε στο διπλανό τετράγωνο.
Καθώς καιγόταν κουδούνιζε δυνατά το σκουφί του.
Τα μάτια του μες στη φωτιά σπιθίριζαν πιό δυνατά από τις φλόγες. Δυό μάτια κατακόκκινα, αφηνιασμένα.
Το γέλιο του, γέλιο τρελού. "Εμείς άλλωστε μόνο τρελούς έχουμε άσπρε Βασιλιά." Ξανάπε.
" Μόνο τρελούς, μόνο τρελούς, μόνο τρελούς....."

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008